αγρεύω


αγρεύω
(Α ἀγρεύω)
νεοελλ.
φρ. «αγρεύω την άγκυρα», τήν ανασύρω με τον γρίπο από τον βυθό τής θάλασσας, όπου έπεσε αφού αποσπάστηκε από την αλυσίδα τού πλοίου
αρχ.
1. συλλαμβάνω σε κυνήγι ή ψάρεμα, πιάνω
2. επιζητώ, επιδιώκω
3. φρ. «ἀγρεύω τινὰ λόγῳ», αποσπώ από κάποιον μυστικά, τόν «ψαρεύω».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγρα.
ΠΑΡ. αρχ. ἄγρευμα, ἄγρευσις, ἀγρευτήρ, ἀγρευτής, ἀγρευτικός
μσν.- νεοελλ.
αγρεύσιμος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγρεύω — take by hunting pres subj act 1st sg ἀγρεύω take by hunting pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγρεύω — άγρευσα, κυνηγώ, αναζητώ, μαζεύω: Για να αγρεύσει ψήφους υπόσχεται τα πάντα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγρεύσατε — ἀγρεύω take by hunting aor imperat act 2nd pl ἀ̱γρεύσατε , ἀγρεύω take by hunting aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀγρεύω take by hunting aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρεύσεται — ἀγρεύω take by hunting aor subj mid 3rd sg (epic) ἀγρεύω take by hunting fut ind mid 3rd sg ἀ̱γρεύσεται , ἀγρεύω take by hunting futperf ind mp 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγρευσον — ἀγρεύω take by hunting aor imperat act 2nd sg ἄ̱γρευσον , ἀγρεύω take by hunting futperf ind act masc voc sg (doric aeolic) ἄ̱γρευσον , ἀγρεύω take by hunting futperf ind act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠγρευμένα — ἀγρεύω take by hunting perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἠγρευμένᾱ , ἀγρεύω take by hunting perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἠγρευμένᾱ , ἀγρεύω take by hunting perf part mp fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρευθέντα — ἀγρεύω take by hunting aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀγρεύω take by hunting aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρευομένων — ἀγρεύω take by hunting pres part mp fem gen pl ἀγρεύω take by hunting pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρευόμενον — ἀγρεύω take by hunting pres part mp masc acc sg ἀγρεύω take by hunting pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρευόντων — ἀγρεύω take by hunting pres part act masc/neut gen pl ἀγρεύω take by hunting pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)